μαλάκας αρσενικό
- (κυριολεκτικά) αυτός που αυνανίζεται, ο αυνανιζόμενος
- (υβριστικά) ο ποταπός, ο απεχθής, ο ηλίθιος, ο χαζός, ο κουτός, το κορόιδο κ.α.
- (μεταφορικά) ο αποβλακωμένος, ο αποχαυνωμένος
- (στην καθομιλουμένη) συνώνυμο ακόμα και του φίλος
(from wikipedia)...
ή αλλιώς...
![]() |
| #1 |
![]() |
| #2 |


0 Comments:
Post a Comment