09 November 2011

Μαλάκας - definition


μαλάκας αρσενικό
  1. (κυριολεκτικά) αυτός που αυνανίζεται, ο αυνανιζόμενος
  2. (υβριστικά) ο ποταπός, ο απεχθής, ο ηλίθιος, ο χαζός, ο κουτός, το κορόιδο κ.α.
  3. (μεταφορικά) ο αποβλακωμένος, ο αποχαυνωμένος
  4. (στην καθομιλουμένη) συνώνυμο ακόμα και του φίλος

(from wikipedia)...



 
ή αλλιώς...
#1

#2

0 Comments: